Κρις Ρόκος, Millennium Management και τώρα η Capula Investment Management είναι μόνο μερικά από τα ηχηρά ονόματα hedge funds, που έχουν το βλέμμα στραμμένο στην Αθήνα, η οποία το τελευταίο διάστημα αναδεικνύεται σε κορυφαίο προορισμό τόσο για φορολογική μετακόμιση, όσο και για άνοιγμα γραφείων, με όπλο τα φορολογικά κίνητρα και το ελκυστικό πακέτο συνθηκών διαβίωσης για στελέχη μεγάλων εταιρειών.
H είδηση για το ότι η Capula, με έδρα το Λονδίνο και υπό διαχείριση περιουσιακά στοιχεία που υπερβαίνουν τα 35 δισ. δολάρια, διερευνά τη δυνατότητα δημιουργίας γραφείου στην ελληνική πρωτεύουσα, έγινε γνωστή χθες το απόγευμα από το Bloomberg.
Παρ’ ότι η εταιρεία δεν σχολίασε το δημοσίευμα και τα σχέδια βρίσκονται ακόμη σε πρώιμο στάδιο, μια ανάρτηση στο Linkedin «μαρτυρά» τα πλάνα του fund.
Όπως διαβάζουμε στη σχετική ανάρτηση στο Linkedin, που δημοσιεύτηκε πριν από μία εβδομάδα, η εταιρεία διαχείρισης επενδυτικών κεφαλαίων αναζητεί έμπειρο στέλεχος για την επιχειρησιακή λειτουργία του νέου γραφείου της Capula στην Αθήνα, με εποπτεία των οικονομικών υπηρεσιών, της διαχείρισης του γραφείου και της υποστήριξης των επιχειρηματικών δραστηριοτήτων.
Παράλληλα, σύμφωνα με την περιγραφή της θέσης, το στέλεχος θα έχει την ευθύνη να διασφαλίζει ότι το γραφείο λειτουργεί σύμφωνα με τις τοπικές κανονιστικές απαιτήσεις και τα πρότυπα συμμόρφωσης του ομίλου.

Χούο, Ασάι και Κορσαλίνι: Η τριανδρία πίσω από την Capula Investment Management
Η εταιρεία έχει την έδρα της στην οδό 7 Clarges Street, στην πολυτελή συνοικία Μέιφερ του Λονδίνου, ενώ διαθέτει συνδεδεμένες εταιρείες στο Χονγκ Κονγκ, στην Ιαπωνία, στη Σιγκαπούρη και στις Ηνωμένες Πολιτείες.
Ιδρύθηκε το 2005 από τους Γιαν Χούο και Μασάο Ασάι, ως ανεξάρτητη επιχειρηματική οντότητα που προέκυψε από την απόσχιση δραστηριοτήτων της UFJI.
Η Capula εξειδικεύεται στη διαχείριση επενδυτικών στρατηγικών απόλυτης απόδοσης (absolute return), ενισχυμένων αποδόσεων σταθερού εισοδήματος (enhanced fixed income), μακροοικονομικών επενδύσεων (macro), καθώς και στρατηγικών crisis alpha, που αποσκοπούν στην αξιοποίηση ευκαιριών κατά τη διάρκεια περιόδων έντονης αναταραχής στις χρηματοπιστωτικές αγορές.
Ο 58χρονος σήμερα κινεζικής καταγωγής Γιαν Χούο, μετά την αποφοίτησή του από το Princeton, εντάχθηκε στη JPMorgan, όπου αρχικά εργάστηκε στον τομέα της έρευνας. Στη συνέχεια, δημιούργησε και ανέλαβε την ηγεσία της ομάδας fixed-income proprietary trading της τράπεζας.

Το 2005 συνίδρυσε μαζί με τον Μασάο Ασάι την Capula. Σύμφωνα με τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία που παραθέτει η βρετανική εφημερίδα The Times, η προσωπική περιουσία του Γιαν Χούο ανερχόταν σε 1,215 δισ. στερλίνες το 2023.
Από την άλλη, ο Ιάπωνας Μασάο Ασάι κατέχει στην Capula τη θέση του επικεφαλής μακροοικονομικών συναλλαγών σε γεν (Head of Yen Macro Trading), ενώ παράλληλα είναι συνεπικεφαλής των σχέσεων με τους επενδυτές (Co-Head of Investor Relations).
Πριν από την ίδρυση της Capula, διετέλεσε εκτελεστικός αντιπρόεδρος της UFJ International, έχοντας την ευθύνη του τμήματος proprietary trading. Προηγουμένως, είχε εργαστεί στην UFJI στο Τόκιο.

Στα πρώτα στάδια της επαγγελματικής του σταδιοδρομίας εργάστηκε στην Tokai Bank. Διαθέτει εκτεταμένη εμπειρία στις διεθνείς αγορές ομολόγων και συναλλάγματος.
Δημοσίευμα του Citywire από το 2020, τον τοποθετούσε ανάμεσα στους 20 πλουσιότερους hedge funds managers του Ηνωμένου Βασιλείου, με περιουσία 340 εκατ. στερλίνες.
Παράλληλα, CEO της εταιρείας από το 2024 είναι ο Enrico Corsalini. Στο παρελθόν, διετέλεσε Chief Operating Officer (COO), στην ExodusPoint Capital Management από το 2017 έως το 2024.
Από το 2014 έως το 2017 κατείχε τη θέση του Global Business Manager στον τομέα σταθερού εισοδήματος (Fixed Income) της Millennium Partners, ενώ την περίοδο 2008–2012 διετέλεσε Senior Managing Director και Chief Operating Officer του τομέα Global Markets στη Nomura Securities.
Νωρίτερα στην καριέρα του, από το 2006 έως το 2008, είχε διατελέσει Managing Director και Οικονομικός Διευθυντής (CFO) για την περιοχή Ασίας-Ειρηνικού στη Lehman Brothers.

Τι τραβάει τα hedge funds στην Αθήνα
To ελληνικό σχέδιο δεν περιλαμβάνει πλέον μόνο τη φορολογική μετακόμιση υπερπλούσιων επενδυτών στην Ελλάδα.
Σίγουρα, καθοριστικό ρόλο στην προσέλκυση εύπορων φορολογουμένων διαδραματίζει το ειδικό φορολογικό καθεστώς (non–dom) για εύπορα φυσικά πρόσωπα που θέσπισε η ελληνική κυβέρνηση. Όσοι μεταφέρουν τη φορολογική κατοικία τους στην Ελλάδα μπορούν, υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις και εφόσον πραγματοποιήσουν επενδύσεις, να καταβάλλουν έναν κατ’ αποκοπή φόρο 100.000 ευρώ ετησίως και να είναι καλυμμένοι με τη φορολόγηση για όλο το παγκόσμιο εισόδημά τους.
Ένα από τα σημαντικότερα πλεονεκτήματα επίσης, είναι το ευνοϊκό καθεστώς που έχει θεσπιστεί για τα μπόνους στελεχών των funds.
Για τα στελέχη που μετακομίζουν στη χώρα μας, προβλέπεται υπό προϋποθέσεις, ότι οι αμοιβές τους που συνδέονται με την απόδοση του fund θα φορολογούνται με έναν προνομιακό συντελεστή ύψους 5% (έναντι του συνήθους 15%) για διάστημα έως και 7 έτη.
Kατά καιρούς διεθνή δημοσιεύματα μιλούν και για την ασφάλεια, τον καλό καιρό και την ποιότητα ζωής, που μπορούν να απολαύσουν οι επενδυτές ερχόμενοι στην Ελλάδα, σε σύγκριση για παράδειγμα με τους ασφυκτικούς ρυθμούς του Λονδίνου, ή την ανασφάλεια στο Αμπού Ντάμπι, εξαιτίας του πολέμου στη Μέση Ανατολή.
Aντίθετα, στο Ηνωμένο Βασίλειο, η κατάργηση φορολογικών προνομίων που ευνοούσαν τους υπερπλούσιους, σε συνδυασμό με τη σχεδόν διαρκή φημολογία για νέα μέτρα, έχει προκαλέσει σοβαρή ρήξη στη σχέση μεταξύ της οικονομικής ελίτ και της κυβέρνησης. Παράλληλα, εδραιώνεται ευρύτερα η αντίληψη ότι η χώρα γίνεται λιγότερο φιλική προς τις επιχειρήσεις.
Η περίπτωση του Κρις Ρόκος, ήταν σίγουρα εκείνη που τάραξε τα νερά διεθνώς, όταν ο δισεκατομμυριούχος διαχειριστής hedge fund ανακοίνωσε τον προηγούμενο μήνα ότι μεταφέρει τη φορολογική του κατοικία στην Ελλάδα.

Μιλάμε για τον άνθρωπο που ήταν ο τρίτος μεγαλύτερος φορολογούμενος στη Βρετανία το 2025, έχοντας καταβάλει συνολικά 330 εκατ. στερλίνες σε φόρους. Στο ΓΕΜΗ, από τις 2/10 έχει συσταθεί και η Rokos Capital Management (Greece) με έδρα το κέντρο της Αθήνας και συγκεκριμένα τον Κεραμεικό.
Στόχος όμως της ελληνικής κυβέρνησης, είναι ισχυρά funds με χαρτοφυλάκια δισεκατομμυρίων να αποκτήσουν παρουσία στην Αθήνα, με το άνοιγμα νέων θέσεων εργασίας, την απόδοση ασφαλιστικών εισφορών, την αγορά ακινήτων και υπηρεσιών, αλλά και το Brain Regain, να θεωρούνται τα μεγαλύτερα κέρδη που μπορεί να αποκομίσει η χώρα από την παρουσία funds τέτοιου βεληνεκούς στην ελληνική πρωτεύουσα.
Οι πρώτες επίσημες ανακοινώσεις έγιναν στα τέλη Σεπτεμβρίου, όταν ανακοινώθηκε ότι η Millennium του Ίζι Ενγκλάντερ έρχεται και επίσημα στην Ελλάδα. Στελέχη της συναντήθηκαν τότε με τον πρωθυπουργό Κυριάκο Μητσοτάκη και τον υπουργό Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, Κυριάκο Πιερρακάκη με στόχο την εγκαθίδρυση της παρουσίας της εταιρείας στην Αθήνα. Στο ΓΕΜΗ μάλιστα έχει ήδη καταχωρηθεί από τις 20/7 η Millennium Capital Management (Greece) με έδρα το Μαρούσι.

Yπενθυμίζεται, ότι με βάση δημοσιεύματα του Bloomberg ενδιαφέρον για το άνοιγμα γραφείων στην Ελλάδα έχουν εκφράσει τόσο η Verition Fund Management, αλλά και η Elan Capital Management του Ρένου Δημητρίου.
Σχολίασε εδώ
Για να σχολιάσεις, χρησιμοποίησε ένα ψευδώνυμο.