Σε επίπεδα που είχαν να καταγραφούν σχεδόν πέντε χρόνια επέστρεψαν οι ναύλοι των Capesize, καθώς η ενίσχυση των εξαγωγών πρώτων υλών από τον Ατλαντικό συμπίπτει με αισθητά μικρότερη διαθεσιμότητα πλοίων. Η εικόνα αυτή αυξάνει την κερδοφορία των πλοιοκτητών και δημιουργεί προϋποθέσεις για νέα άνοδο των τιμών στη δευτερογενή αγορά.
Σύμφωνα με την ανάλυση της Xclusiv Shipbroking, ο δείκτης Capesize 5TC της Baltic Exchange διαμορφώθηκε στις 4 Σεπτεμβρίου 2026 στα 54.791 δολάρια ημερησίως. Για να εντοπιστεί υψηλότερη επίδοση πρέπει να ανατρέξει κανείς στις 21 Οκτωβρίου 2021, όταν ο δείκτης βρισκόταν στα 57.374 δολάρια, λίγο μετά την κορύφωση του εντυπωσιακού ράλι εκείνης της χρονιάς, που είχε οδηγήσει τα ημερήσια έσοδα κοντά στα 87.000 δολάρια.
«Η τρέχουσα κίνηση είναι κάτι περισσότερο από μια πρόσκαιρη εποχική βελτίωση· τοποθετεί τη σημερινή αγορά δίπλα σε ένα από τα ισχυρότερα περιβάλλοντα ναύλων της μετα-Covid περιόδου», επισημαίνουν οι αναλυτές της Xclusiv Shipbroking.
Η βασική κινητήρια δύναμη προέρχεται από τον Ατλαντικό. Οι αποστολές σιδηρομεταλλεύματος από τη Βραζιλία αυξήθηκαν πρόσφατα κατά περίπου 20% σε εβδομαδιαία βάση, ενώ οι εξαγωγές βωξίτη από τη Γουινέα, υπολογισμένες σε κυλιόμενο μέσο όρο τεσσάρων εβδομάδων, ήταν περίπου 55% υψηλότερες σε σύγκριση με το αντίστοιχο διάστημα του 2025.
Η εξέλιξη έχει ιδιαίτερη σημασία για τα Capesize, επειδή τα φορτία από τη Βραζιλία και τη Δυτική Αφρική προς την Κίνα δεσμεύουν τα πλοία για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα και αυξάνουν τη ζήτηση σε όρους τονομιλίων. Ήδη στο δεύτερο τρίμηνο του 2026 η συνολική ζήτηση τονομιλίων για τα Capesize ενισχύθηκε κατά 4,9% σε ετήσια βάση. Η άνοδος έφθασε το 2% στο σιδηρομετάλλευμα, το 7,7% στον βωξίτη και το 15,3% στον άνθρακα.
Την ίδια στιγμή, ο αριθμός των αδέσμευτων Capesize που ταξιδεύουν χωρίς φορτίο προς τον Νότιο Ατλαντικό φέρεται να έχει περιοριστεί περίπου στο μισό σε σχέση με πέρυσι. Αυτό σημαίνει ότι οι ναυλωτές διεκδικούν πλοία από μια πολύ μικρότερη λίστα άμεσα διαθέσιμης χωρητικότητας, γεγονός που ενισχύει τη διαπραγματευτική θέση των πλοιοκτητών.
Πρόσθετη πίεση στην προσφορά προκάλεσαν οι πρόσφατες δυσμενείς καιρικές συνθήκες στον Ειρηνικό. Ο συνδυασμός ισχυρότερης ζήτησης και περιορισμένης διαθεσιμότητας και στις δύο λεκάνες έχει διαμορφώσει, κατά τη χαρακτηριστική περιγραφή της αγοράς, μια «τέλεια καταιγίδα» για τους ναύλους.
Η προθεσμιακή αγορά δείχνει ότι οι συμμετέχοντες δεν αντιμετωπίζουν την άνοδο ως μια ολιγοήμερη έξαρση. Τα συμβόλαια ναύλων για τον Σεπτέμβριο και τον Οκτώβριο διαπραγματεύονταν κοντά στα 50.000 δολάρια ημερησίως, ενώ για το πρώτο τρίμηνο του 2027 κινούνταν γύρω από τα 32.000 δολάρια. Το τελευταίο επίπεδο θεωρείται ιδιαίτερα ισχυρό για μια περίοδο η οποία παραδοσιακά χαρακτηρίζεται από εποχική υποχώρηση της δραστηριότητας.
Η Xclusiv διευκρινίζει ότι η αναζωπύρωση της απειλής των Χούθι και η γενικότερη αστάθεια στη Μέση Ανατολή δεν αποτελούν την άμεση αιτία του ράλι, καθώς οι κύριες διαδρομές Βραζιλίας και Δυτικής Αφρικής προς την Κίνα δεν εξαρτώνται από την Ερυθρά Θάλασσα. Ωστόσο, οι κίνδυνοι ασφαλείας περιορίζουν την αποδοτική αξιοποίηση του παγκόσμιου στόλου, επιβαρύνουν το ρίσκο των ταξιδιών και καθιστούν τη ναυλαγορά περισσότερο ευάλωτη σε διαταραχές κρίσιμων θαλάσσιων διαδρόμων.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η σύγκριση με την προηγούμενη τριετία. Με βάση τις ημερήσιες παρατηρήσεις της Baltic Exchange έως τις 4 Σεπτεμβρίου, ο δείκτης Capesize 5TC κατέγραψε μέσο όρο περίπου 24.488 δολαρίων ημερησίως κατά την περίοδο 2024-2026, έναντι 22.005 δολαρίων την τριετία 2021-2023. Πρόκειται για αύξηση περίπου 11%, παρότι η προηγούμενη περίοδος περιλαμβάνει το εξαιρετικό 2021, όταν ο ετήσιος μέσος όρος είχε φθάσει τα 33.333 δολάρια.
Το στοιχείο που ξεχωρίζει τώρα είναι η μεγαλύτερη συνέπεια των αποδόσεων. Ο μέσος όρος διαμορφώθηκε στα 22.593 δολάρια το 2024, στα 21.297 δολάρια το 2025 και στα 31.937 δολάρια από την αρχή του 2026 έως τις 4 Σεπτεμβρίου.
«Από την οπτική του πλοιοκτήτη, η περίοδος 2024-2026 μπορεί να θεωρηθεί λειτουργικά καλύτερη, με βάση τα μέχρι σήμερα διαθέσιμα στοιχεία», σημειώνουν οι αναλυτές του ναυλομεσιτικού οίκου. Όπως εξηγούν, με τα ημερήσια λειτουργικά έξοδα ενός Capesize να μην υπερβαίνουν γενικά τις 8.000-9.000 ευρώ, τα μέσα έσοδα αφήνουν σημαντικό περιθώριο πριν από το χρηματοδοτικό και κεφαλαιακό κόστος. Στα σημερινά επίπεδα, μάλιστα, οι ναύλοι υπερκαλύπτουν πολλαπλάσια τα έξοδα λειτουργίας.
Η ισχυρή παραγωγή μετρητών αλλάζει και τους συσχετισμούς στις αγοραπωλησίες πλοίων. «Εάν η σημερινή ισχύς των ναύλων αποδειχθεί διατηρήσιμη, η επίδραση στην αγορά αγοραπωλησιών είναι σαφής: ισχυρές ταμειακές ροές, βελτιωμένη ψυχολογία των πλοιοκτητών και πρόσθετη στήριξη στις ήδη υψηλές αξίες των μεταχειρισμένων Capesize», καταλήγουν οι αναλυτές της Xclusiv Shipbroking.
Διαβάστε ακόμη
Ακίνητα: Σε ποιους επιβάλλεται ο φόρος μεταβίβασης 15% – Τι άλλαξε μετά τις αντιδράσεις
Νέα απειλή Τραμπ στον Καναδά: Στο στόχαστρο τα αεροσκάφη της Bombardier
Για όλες τις υπόλοιπες ειδήσεις της επικαιρότητας μπορείτε να επισκεφθείτε το Πρώτο ΘΕΜΑ
Σχολίασε εδώ
Για να σχολιάσεις, χρησιμοποίησε ένα ψευδώνυμο.