Απώλειες καταγράφει η Wall Street για δεύτερη διαδοχική μέρα, καθώς η «εκτίναξη» των τιμών του πετρελαίου, η παρατεταμένη άνοδος των αποδόσεων των αμερικανικών ομολόγων και οι ανησυχίες για τη χρηματοδότηση των επενδύσεων στην τεχνητή νοημοσύνη επιβαρύνουν το επενδυτικό κλίμα.
Ο Dow Jones υποχωρεί κατά 0,15% και διαπραγματεύεται στις 51.105,04 μονάδες. Ο S&P 500 κινείται πτωτικά κατά 0,36% στις 7.773,66 μονάδες και ο Nasdaq καταγράφει απώλειες 0,48% στις 27.407,62 μονάδες.
Στο επίκεντρο βρίσκεται η νέα αναταραχή στην ενεργειακή αγορά. Το Brent ενισχύεται κατά σχεδόν 5%, ξεπερνώντας τα 105 δολάρια το βαρέλι, καθώς οι αυξανόμενες επιθέσεις στον Περσικό Κόλπο και στα Στενά του Ορμούζ αναζωπυρώνουν τους φόβους για διαταραχές στην παγκόσμια εφοδιαστική αλυσίδα.
Την ίδια στιγμή, οι πληροφορίες ότι ο Λευκός Οίκος έχει ζητήσει από το Πεντάγωνο να εξετάσει νέες στρατιωτικές επιλογές κατά του Ιράν ενισχύουν την αβεβαιότητα για την εξέλιξη της σύγκρουσης στη Μέση Ανατολή. Πρόσθετη ανησυχία προκαλεί η ανάπτυξη του τυφώνα Isaias στον Κόλπο, δημιουργώντας έναν ακόμη δυνητικό κίνδυνο για τις ενεργειακές προμήθειες.
Η άνοδος του πετρελαίου τροφοδοτεί εκ νέου τις ανησυχίες ότι ο πληθωρισμός θα παραμείνει υψηλός, υποχρεώνοντας τη Federal Reserve να διατηρήσει περιοριστική νομισματική πολιτική για μεγαλύτερο διάστημα.
Η απόδοση του 10ετούς αμερικανικού κρατικού ομολόγου ενισχύεται κατά περισσότερες από πέντε μονάδες βάσης, στο 5,331%, παραμένοντας κοντά στα υψηλότερα επίπεδα από το 2002. Αντίστοιχα, η απόδοση του 30ετούς ομολόγου κινείται στο 5,702%, επίσης κοντά σε υψηλά 24 ετών, έχοντας αυξηθεί κατά περισσότερες από τέσσερις μονάδες βάσης.
Η ταυτόχρονη άνοδος των αποδόσεων και των ενεργειακών τιμών δημιουργεί ένα ιδιαίτερα δύσκολο περιβάλλον για τις μετοχές, καθώς αυξάνει τόσο το κόστος χρηματοδότησης των επιχειρήσεων όσο και τον κίνδυνο νέων πληθωριστικών πιέσεων.
Στο μέτωπο της νομισματικής πολιτικής, ο διοικητής της Fed Κρίστοφερ Γουόλερ εκτίμησε ότι ενδέχεται να χρειαστούν πρόσθετες αυξήσεις επιτοκίων, προκειμένου ο πληθωρισμός να επιστρέψει στον στόχο του 2%. Μιλώντας την Πέμπτη στην Κωνσταντινούπολη, διευκρίνισε ωστόσο ότι η κεντρική τράπεζα διαθέτει ευελιξία ως προς το τάιμινγκ των παρεμβάσεων και δεν είναι απαραίτητο να αυξάνει τα επιτόκια σε διαδοχικές συνεδριάσεις. «Εάν τα οικονομικά στοιχεία συνεχίσουν να εξελίσσονται σύμφωνα με τις προσδοκίες, αναμένω πρόσθετες αυξήσεις επιτοκίων, ώστε ο πληθωρισμός να επιστρέψει ταχύτερα στον στόχο του 2%», ανέφερε.
Οι επενδυτές αναμένουν ευρέως ότι η Fed θα διατηρήσει αμετάβλητα τα επιτόκια στη συνεδρίαση του Οκτωβρίου, ενώ οι αγορές εξακολουθούν να προεξοφλούν αύξηση κατά 25 μονάδες βάσης τον Δεκέμβριο.
Τα τελευταία στοιχεία για την αγορά εργασίας δεν μεταβάλλουν ουσιαστικά αυτή την εικόνα. Οι νέες αιτήσεις επιδόματος ανεργίας υποχώρησαν στις 197.000 την εβδομάδα που ολοκληρώθηκε στις 3 Οκτωβρίου, έναντι εκτίμησης για 200.000, καταγράφοντας το χαμηλότερο επίπεδο από τον Ιούλιο. Οι συνεχιζόμενες αιτήσεις αυξήθηκαν κατά 17.000, στα 1,72 εκατομμύρια, υποδηλώνοντας ότι οι απολύσεις παραμένουν περιορισμένες, παρά τη συγκράτηση των προσλήψεων.
Οι μετοχές των μεγάλων τεχνολογικών εταιρειών βρίσκονται και πάλι στο επίκεντρο των ρευστοποιήσεων, καθώς οι υψηλότερες αποδόσεις των ομολόγων περιορίζουν την ελκυστικότητα των αποτιμήσεών τους. Η Amazon, η Tesla και η Nvidia υποχωρούν μεταξύ 0,4% και 1%, ενώ οι η Marvell Technology, η AMD και η Intel καταγράφουν απώλειες περίπου 2% η καθεμία. Πτωτικά κινείται και η Micron Technology, με απώλειες 1,3%, παρά τα ισχυρά αποτελέσματα που ανακοινώνονται στον παγκόσμιο κλάδο ημιαγωγών.
Η Samsung Electronics παρουσίασε προκαταρκτικά αποτελέσματα που υποδεικνύουν σχεδόν 9πλασιασμό των λειτουργικών κερδών της, ωστόσο ακόμη και αυτή η επίδοση δεν κατάφερε να ικανοποιήσει τις υψηλότερες προσδοκίες της αγοράς. Η μετοχή της υποχώρησε κατά 2,4% στη Σεούλ. Αντίστοιχα, η Taiwan Semiconductor Manufacturing (TSMC) ανακοίνωσε αύξηση πωλήσεων 51%, χωρίς να ανατρέψει το αρνητικό κλίμα.
Οι επενδυτές αρχίζουν πλέον να εξετάζουν πιο προσεκτικά το χρηματοδοτικό κόστος της τεχνολογικής έκρηξης. Σύμφωνα με δημοσίευμα της Wall Street Journal, η Broadcom προετοιμάζει χρηματοδότηση ύψους 50 δισ. δολαρίων για την OpenAI, ενώ η Oracle αναζητά επίσης πρόσθετα κεφάλαια. Παράλληλα, σύμφωνα με το Bloomberg, η Broadcom έχει ήδη ξεκινήσει χρηματοδότηση χρέους ύψους 60 δισ. δολαρίων για τη στήριξη της ανάπτυξης υποδομών AI της Anthropic.
Οι εξελίξεις αυτές εντείνουν τους προβληματισμούς ότι οι τεράστιες ανάγκες χρηματοδότησης των τεχνολογικών ομίλων θα αυξήσουν περαιτέρω την προσφορά εταιρικού χρέους, ενισχύοντας τον ανταγωνισμό για επενδυτικά κεφάλαια και διατηρώντας ανοδικές πιέσεις στα επιτόκια.
Ενδεικτική της μεγαλύτερης επιφυλακτικότητας των επενδυτών είναι και η περίπτωση της αυστραλιανής εταιρείας Firmus Grid, της οποίας η σχεδιαζόμενη εισαγωγή στο χρηματιστήριο δεν συγκέντρωσε επαρκή ζήτηση στην προτεινόμενη τιμή, σύμφωνα με πληροφορίες του Bloomberg.
Στον τραπεζικό κλάδο, η Bank of America και η Citigroup καταγράφουν απώλειες περίπου 1%, καθώς η αύξηση του κόστους χρήματος και η επιδείνωση του επενδυτικού κλίματος επιβαρύνουν τις χρηματοοικονομικές μετοχές.
Παρά το αρνητικό κλίμα, αρκετοί αναλυτές εξακολουθούν να θεωρούν ότι η επερχόμενη περίοδος ανακοίνωσης αποτελεσμάτων μπορεί να προσφέρει νέα στήριξη στη χρηματιστηριακή αγορά. Σύμφωνα με τα στοιχεία της LSEG, τα κέρδη των εταιρειών του S&P 500 αναμένεται να εμφανίσουν αύξηση 30,6% σε ετήσια βάση κατά το τρίτο τρίμηνο, με τους κλάδους της τεχνολογίας και της ενέργειας να καταγράφουν τις ισχυρότερες επιδόσεις.
Αντίστοιχα, η FactSet προβλέπει αύξηση κερδών περίπου 30%, που, εφόσον επιβεβαιωθεί, θα σηματοδοτήσει το τρίτο συνεχόμενο τρίμηνο με ρυθμό ανάπτυξης άνω του 25%. Ακόμη πιο αισιόδοξη εμφανίζεται η Deutsche Bank, η οποία εκτιμά ότι η αύξηση της κερδοφορίας θα φτάσει το 34%, ενώ για τους μεγάλους τεχνολογικούς ομίλους προβλέπει άνοδο περίπου 54%, χάρη στη συνεχιζόμενη ζήτηση που συνδέεται με την τεχνητή νοημοσύνη.
Η προσοχή στρέφεται ήδη στις μεγάλες αμερικανικές τράπεζες, με τη JPMorgan Chase και άλλους χρηματοπιστωτικούς ομίλους να ανακοινώνουν αποτελέσματα την επόμενη εβδομάδα. Το βασικό ερώτημα είναι κατά πόσο η ισχυρή εταιρική κερδοφορία θα συνεχίσει να αντισταθμίζει τις πιέσεις από την άνοδο των αποδόσεων και την αυξανόμενη αβεβαιότητα γύρω από το κόστος των επενδύσεων.
Διαβάστε ακόμη
Για όλες τις υπόλοιπες ειδήσεις της επικαιρότητας μπορείτε να επισκεφθείτε το Πρώτο ΘΕΜΑ
Σχολίασε εδώ
Για να σχολιάσεις, χρησιμοποίησε ένα ψευδώνυμο.