Η διεθνής αγορά πετρελαίου αρχίζει να λειτουργεί με την παραδοχή ότι η κρίση στον Περσικό Κόλπο δεν αποτελεί πλέον ένα πρόσκαιρο επεισόδιο. Οι traders, οι εταιρείες ενέργειας και οι πλοιοκτήτες προσαρμόζουν σταδιακά τη συμπεριφορά τους σε ένα περιβάλλον όπου οι διαταραχές στις ροές πετρελαίου, οι υψηλοί ναύλοι και η περιορισμένη διαθεσιμότητα καυσίμων μπορεί να διατηρηθούν για μήνες.
Ακριβώς έξι μήνες από την έναρξη του πολέμου μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν, οι προσδοκίες για γρήγορη διπλωματική διέξοδο έχουν εξασθενήσει σημαντικά. Η προσωρινή κατάπαυση του πυρός της 17ης Ιουνίου έχει ουσιαστικά καταρρεύσει, το χρονικό περιθώριο των 60 ημερών για διαπραγματεύσεις έχει λήξει και οι δύο πλευρές εμφανίζονται αμετακίνητες στο ζήτημα των Στενών του Ορμούζ.
Το αποτέλεσμα αποτυπώνεται ξανά στις τιμές. Το απόγευμα της Παρασκευής 28/8 το Brent κινείται πέριξ των 90 δολαρίων το βαρέλι, ενώ το αμερικανικό WTI κοντά στα 83 δολάρια.
Η αγορά έχει βέβαια απομακρυνθεί από τον πανικό των πρώτων εβδομάδων της σύγκρουσης. Το αργό δεν τιμολογεί πλέον το σενάριο μιας άμεσης κατάρρευσης της παγκόσμιας προσφοράς. Την ίδια στιγμή, όμως, κανείς δεν προεξοφλεί γρήγορη επιστροφή στην κανονικότητα.
Έτσι εξηγείται η σταθεροποίηση του Brent κοντά στα 90 δολάρια, σε επίπεδα περίπου 50% υψηλότερα από την αρχή του έτους.
Οικονομική πίεση σε Τεχεράνη και Ουάσιγκτον
Η παρατεταμένη σύγκρουση έχει πλέον σαφές οικονομικό κόστος και για τις δύο πλευρές.
Στο Ιράν, η πίεση από τον πόλεμο και τον αμερικανικό αποκλεισμό εντείνεται. Ο πληθωρισμός ξεπέρασε το 80% τον Ιούλιο, ενώ οι εξαγωγές αργού έχουν περιοριστεί σε περίπου 294.000 βαρέλια ημερησίως τον Αύγουστο, έναντι 1,7 εκατ. βαρελιών ημερησίως το 2025.
Η μείωση αυτή στερεί από την Τεχεράνη κρίσιμα έσοδα σε μια περίοδο κατά την οποία η εγχώρια οικονομία βρίσκεται ήδη υπό σημαντική πίεση.
Το κόστος, όμως, δεν περιορίζεται στο Ιράν. Στις ΗΠΑ, οι υψηλότερες τιμές καυσίμων αποτελούν σοβαρό πολιτικό πρόβλημα. Η μέση τιμή της βενζίνης έχει φθάσει περίπου στα 4,06 δολάρια το γαλόνι, αυξημένη κατά 29% σε ετήσια βάση.
Η αύξηση αυτή δημιουργεί πρόσθετη πίεση στην αμερικανική κυβέρνηση, καθώς οι υψηλές ενεργειακές τιμές περνούν γρήγορα στην καθημερινότητα των καταναλωτών και στο κόστος λειτουργίας των επιχειρήσεων.
Ο μεγάλος γρίφος των ροών
Η μεγαλύτερη αβεβαιότητα της αγοράς βρίσκεται πλέον στο ίδιο το μέγεθος των διαθέσιμων ποσοτήτων.
Πριν από τον πόλεμο, μέσω των Στενών του Ορμούζ διακινούνταν καθημερινά περίπου 18 εκατ. βαρέλια αργού και διυλισμένων προϊόντων. Τον Ιούλιο, οι ροές είχαν περιοριστεί στα 4,8 εκατ. βαρέλια ημερησίως, ενώ μέχρι στιγμής τον Αύγουστο κινούνται κοντά στα 2 εκατ.
Ένα μέρος αυτών των απωλειών έχει καλυφθεί μέσω εναλλακτικών διαδρομών, όπως ο τερματικός σταθμός της Φουτζέιρα στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα και οι σαουδαραβικές υποδομές στην Ερυθρά Θάλασσα.
Ωστόσο, ούτε αυτές οι διαδρομές είναι πλέον ασφαλείς. Οι περιορισμοί στη ναυσιπλοΐα μέσω του Μπαμπ ελ-Μαντέμπ δυσκολεύουν τις εξαγωγές από την Ερυθρά Θάλασσα και περιορίζουν ακόμη περισσότερο τις επιλογές των παραγωγών του Κόλπου.
Οι συνολικές εξαγωγές της Μέσης Ανατολής έχουν διαμορφωθεί περίπου στα 9,5 εκατ. βαρέλια ημερησίως τον Αύγουστο, έναντι 21 εκατ. βαρελιών το 2025.
Ωστόσο, ακόμη και αυτοί οι αριθμοί αντιμετωπίζονται με επιφύλαξη.
«Σκοτεινά» δεξαμενόπλοια και αδιαφανές εμπόριο
Η αυξανόμενη χρήση δεξαμενόπλοιων που απενεργοποιούν τα συστήματα αυτόματου εντοπισμού δημιουργεί μια πρωτόγνωρη δυσκολία στην παρακολούθηση των πραγματικών ροών πετρελαίου.
Οι παραγωγοί του Κόλπου φαίνεται ότι χρησιμοποιούν όλο και συχνότερα «dark tankers», ιδιαίτερα κατά τη διέλευση από το Ορμούζ και το Μπαμπ ελ-Μαντέμπ.
Τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα έχουν αναπτύξει ένα δίκτυο πλοίων που περνούν από τα Στενά με απενεργοποιημένους πομπούς και στη συνέχεια μεταφορτώνουν το αργό σε άλλα πλοία στον Κόλπο του Ομάν.
Έτσι, η αγορά γνωρίζει ότι η προσφορά έχει μειωθεί, αλλά δεν μπορεί να μετρήσει με ακρίβεια το μέγεθος της απώλειας.
Είναι χαρακτηριστικό ότι οι εξαγωγές αργού των ΗΑΕ εμφανίζονται τον Αύγουστο στα 3,38 εκατ. βαρέλια ημερησίως, ελαφρώς υψηλότερα από το 2025. Η εικόνα αυτή, όμως, μπορεί να μεταβληθεί εάν ενταθούν οι επιθέσεις σε δεξαμενόπλοια που συνδέονται με την κρατική πετρελαϊκή του Άμπου Ντάμπι.
Πίεση και στα διυλιστήρια
Την ίδια στιγμή, η κρίση έχει μεταφερθεί και στα διυλισμένα καύσιμα.
Η παγκόσμια παραγωγή των διυλιστηρίων υποχώρησε τον Ιούλιο στα περίπου 81 εκατ. βαρέλια ημερησίως, σχεδόν 5 εκατ. βαρέλια χαμηλότερα από έναν χρόνο πριν.
Η απώλεια οφείλεται τόσο στη μειωμένη λειτουργία των μονάδων στη Μέση Ανατολή όσο και στις ζημιές που έχουν υποστεί ρωσικά διυλιστήρια.
Μέχρι σήμερα, σημαντικό μέρος του κενού έχει καλυφθεί από τις ΗΠΑ, όπου τα διυλιστήρια λειτουργούν κοντά στα ανώτερα όρια της δυναμικότητάς τους. Ωστόσο, η εποχική συντήρηση και η περίοδος των τυφώνων στον Κόλπο του Μεξικού μπορούν να περιορίσουν αυτή τη στήριξη.
Την ίδια ώρα, τα αποθέματα καυσίμων μειώνονται γρήγορα. Τα παγκόσμια καταγεγραμμένα αποθέματα πετρελαίου υποχώρησαν κατά περίπου 2,4 εκατ. βαρέλια ημερησίως στο δεύτερο τρίμηνο, στη μεγαλύτερη τριμηνιαία πτώση τουλάχιστον μιας δεκαετίας.
Στις ΗΠΑ, τα αποθέματα ντίζελ βρίσκονται στο χαμηλότερο εποχικό επίπεδο των τελευταίων 30 ετών, ενώ τα αποθέματα βενζίνης είναι τα χαμηλότερα από το 2012.
Εκτόξευση των ναύλων
Εξίσου αποκαλυπτική είναι η εικόνα στη ναυλαγορά.
Οι αποδόσεις των πολύ μεγάλων δεξαμενόπλοιων VLCC που μεταφέρουν αργό από τη Μέση Ανατολή προς την Κίνα έχουν ανέβει από περίπου 300.000 δολάρια ημερησίως στις αρχές Ιουλίου σε σχεδόν 490.000 δολάρια.
Το κόστος αυτό αντιστοιχεί περίπου σε 5 δολάρια ανά βαρέλι και είναι σχεδόν δεκαπλάσιο από εκείνο που καταγραφόταν στις αρχές του έτους.
Πίσω από την εκτόξευση βρίσκεται τόσο η απροθυμία των πλοιοκτητών να εισέλθουν σε περιοχές υψηλού κινδύνου όσο και η ανάγκη μεταφοράς πετρελαίου από μακρινότερους προμηθευτές, όπως οι ΗΠΑ και η Βραζιλία.
Μια νέα δομή στην αγορά πετρελαίου
Όσο παρατείνεται το αδιέξοδο στο Ορμούζ, τόσο περισσότερο η κρίση αποκτά διαρθρωτικά χαρακτηριστικά.
Οι παγκόσμιες αγορές καλούνται πλέον να λειτουργήσουν με αδιαφανείς ροές, μειωμένα αποθέματα, πιεσμένη διυλιστική παραγωγή, ακριβότερη ναυτιλία και χωρίς σαφή διπλωματικό μηχανισμό επιστροφής στις προπολεμικές συνθήκες.
Σε αυτό το περιβάλλον, ακόμη και μια σταθεροποίηση των εξαγωγών δεν εγγυάται ουσιαστική αποκλιμάκωση των τιμών. Οι ελλείψεις σε καύσιμα, το υψηλό κόστος μεταφοράς και η αβεβαιότητα για τις πραγματικές ποσότητες που φθάνουν στην αγορά μπορούν να διατηρήσουν το Brent σε υψηλά επίπεδα.
Η μεγαλύτερη αλλαγή ίσως βρίσκεται τελικά στις προσδοκίες. Η αγορά έχει πάψει να περιμένει ότι όλα θα επιστρέψουν γρήγορα εκεί όπου βρίσκονταν πριν από τον πόλεμο. Και όσο αυτή η αντίληψη παγιώνεται, οι υψηλές τιμές πετρελαίου μπορεί να αποδειχθούν περισσότερο μόνιμες παρά προσωρινές.
Διαβάστε ακόμη
Πώς η φρενίτιδα επενδύσεων στην τεχνητή νοημοσύνη κρατά όρθια την παγκόσμια οικονομία
Happy Health: Ο γιατρός που μετέτρεψε ένα εγκεφαλικό σε startup $75 εκατ. με «έξυπνα» δαχτυλίδια
Για όλες τις υπόλοιπες ειδήσεις της επικαιρότητας μπορείτε να επισκεφθείτε το Πρώτο ΘΕΜΑ
Σχολίασε εδώ
Για να σχολιάσεις, χρησιμοποίησε ένα ψευδώνυμο.