Προειδοποίηση ότι η αιφνιδιαστική προσπάθεια του αμερικανικού υπουργείου Οικονομικών να συγκρατήσει το κόστος μακροπρόθεσμου δανεισμού μπορεί τελικά να αποδειχθεί βραχύβια και ακόμη και να λειτουργήσει αντίστροφα απευθύνουν οι αναλυτές της JPMorgan Chase.
Το αμερικανικό υπουργείο Οικονομικών ανακοίνωσε την Τετάρτη ότι θα διπλασιάσει τουλάχιστον το μέγεθος των επαναγορών κρατικών ομολόγων, με στόχο να προσφέρει μεγαλύτερη στήριξη στη ρευστότητα της αγοράς. Η ανακοίνωση προκάλεσε άμεση αποκλιμάκωση των μακροπρόθεσμων αποδόσεων.
Για την JPMorgan, όμως, η Ουάσιγκτον επιχειρεί να αντιμετωπίσει τα συμπτώματα και όχι τη βασική αιτία του προβλήματος: ένα δημοσιονομικό έλλειμμα που κινείται κοντά στο 6% του ΑΕΠ, την ώρα που η αμερικανική οικονομία βρίσκεται κοντά στην πλήρη απασχόληση.
«Χωρίς δημοσιονομική εξυγίανση δεν υπάρχει αξιοπιστία»
«Χωρίς πραγματική δημοσιονομική εξυγίανση, φοβόμαστε ότι οι αγορές θα θεωρήσουν αυτή την ενέργεια ότι στερείται αξιοπιστίας», ανέφεραν οι αναλυτές της JPMorgan, μεταξύ των οποίων ο Τζέι Μπάρι.
Σύμφωνα με την τράπεζα, εάν το υπουργείο Οικονομικών αρχίσει να γίνεται πιο ευκαιριακό στον τρόπο διαχείρισης του χρέους και απομακρυνθεί περισσότερο από την παραδοσιακή αρχή της «τακτικής και προβλέψιμης» έκδοσης ομολόγων, οι επενδυτές μπορεί να απαιτήσουν μεγαλύτερη αποζημίωση για τον κίνδυνο που αναλαμβάνουν.
Αυτό θα μπορούσε να οδηγήσει σε αύξηση του term premium, δηλαδή του πρόσθετου ασφαλίστρου που απαιτούν οι επενδυτές για να διακρατούν μακροπρόθεσμα ομόλογα, και τελικά σε υψηλότερες αποδόσεις με την πάροδο του χρόνου.
Στα $40 τρισ. το αμερικανικό χρέος
Η προειδοποίηση αποκτά ακόμη μεγαλύτερη βαρύτητα καθώς το εθνικό χρέος των ΗΠΑ έχει ξεπεράσει τα 40 τρισ. δολάρια, αυξάνοντας την πίεση στους υπεύθυνους χάραξης πολιτικής να συγκρατήσουν το κόστος εξυπηρέτησής του.
Το πρόβλημα είναι ότι η Ουάσιγκτον πρέπει ταυτόχρονα να συνεχίσει να εκδίδει τεράστιες ποσότητες νέων τίτλων για να χρηματοδοτήσει τις ανάγκες της.
Περίπου το 60% των συμμετεχόντων σε έρευνα Markets Pulse εκτιμά ότι η κατάσταση του αμερικανικού χρέους θα συνεχίσει να επιδεινώνεται έως ότου προκαλέσει μια μεγάλη κρίση.
Οι συνέπειες δεν περιορίζονται στον ομοσπονδιακό προϋπολογισμό. Οι αποδόσεις των αμερικανικών Treasuries λειτουργούν ως παγκόσμιο σημείο αναφοράς για το κόστος χρήματος.
Μια παρατεταμένη άνοδος μπορεί να περάσει στα στεγαστικά δάνεια των αμερικανικών νοικοκυριών και στο κόστος χρηματοδότησης των επιχειρήσεων, αλλά και να επηρεάσει νομίσματα και κρατικά ομόλογα σε ολόκληρο τον κόσμο.
Η άμεση αντίδραση της αγοράς
Η τελευταία παρέμβαση ακολουθεί σειρά αποφάσεων του υπουργείου Οικονομικών τις τελευταίες εβδομάδες που υποδηλώνουν αυξανόμενη ανησυχία για την άνοδο των μακροπρόθεσμων αποδόσεων.
Με βάση έναν δείκτη, το κόστος μακροπρόθεσμου δανεισμού είχε πρόσφατα φθάσει στο υψηλότερο επίπεδο από το 2001.
Η ανακοίνωση των αυξημένων επαναγορών έστειλε την απόδοση του 30ετούς Treasury χαμηλότερα κατά 9 μονάδες βάσης, στο 5,19%, ενώ δείκτης μακροπρόθεσμων αμερικανικών κρατικών ομολόγων σημείωσε άνοδο 1,7%, την καλύτερη ημερήσια επίδοση από τον Φεβρουάριο του 2025.
Η Citigroup εμφανίζεται περισσότερο αισιόδοξη, συστήνοντας στους πελάτες της να αγοράσουν 20ετή αμερικανικά ομόλογα.
Η Citi θεωρεί ότι η κίνηση του υπουργείου έχει στόχο να συγκρατήσει τις αποδόσεις στο μακρύ άκρο της καμπύλης και, σε συνδυασμό με την αποκλιμάκωση του πληθωρισμού, βλέπει περιθώρια για ισχυρό ράλι των ομολόγων τους επόμενους μήνες.
Γιατί ανησυχεί η JPMorgan
Ιδιαίτερη σημασία έχει ο τρόπος με τον οποίο έγινε η παρέμβαση.
Το αμερικανικό υπουργείο Οικονομικών έχει εδώ και χρόνια ως βασική αρχή να λειτουργεί με «τακτικό και προβλέψιμο» τρόπο, αποφεύγοντας κινήσεις που αιφνιδιάζουν τους επενδυτές.
Ο ίδιος ο υπουργός Οικονομικών Σκοτ Μπέσεντ είχε υποστηρίξει δημόσια αυτή την προσέγγιση σε ομιλία του τον Νοέμβριο.
Το πρόγραμμα επαναγορών είχε επανέλθει το 2023. Η αρχική ιδέα είχε δημιουργηθεί περισσότερο από δύο δεκαετίες νωρίτερα, σε μια πολύ διαφορετική εποχή, όταν η αμερικανική κυβέρνηση εμφάνιζε δημοσιονομικά πλεονάσματα και μπορούσε να επαναγοράζει και να αποσύρει ακριβότερο χρέος.
Σήμερα, ένας από τους βασικούς στόχους του προγράμματος είναι η βελτίωση της ρευστότητας. Οι επενδυτές προτιμούν συνήθως τις νεότερες εκδόσεις αναφοράς, με αποτέλεσμα οι παλαιότεροι τίτλοι να διαπραγματεύονται δυσκολότερα και με υψηλότερο κόστος.
Η JPMorgan χαρακτηρίζει, ωστόσο, «εξαιρετικά ασυνήθιστο» τον χρόνο της νέας ανακοίνωσης, καθώς έγινε μόλις δύο εβδομάδες μετά τη δημοσιοποίηση του προγράμματος επαναγοράς παλαιότερων τίτλων.
Χρηματοδοτικό κενό άνω των $3,5 τρισ.
Η παρέμβαση ενισχύει τις πιθανότητες το υπουργείο Οικονομικών να προχωρήσει σε μείωση του μεγέθους των δημοπρασιών μακροπρόθεσμων ομολόγων, εάν οι αποδόσεις συνεχίσουν να ανεβαίνουν.
Εδώ όμως βρίσκεται και η βασική αντίφαση: οι ΗΠΑ εξακολουθούν να χρειάζονται τεράστιο νέο δανεισμό.
Η JPMorgan υπολογίζει ότι το χρηματοδοτικό κενό θα ξεπεράσει τα 3,5 τρισ. δολάρια στις επόμενες δημοσιονομικές χρήσεις, κάτι που πιθανότατα θα απαιτήσει περισσότερες και όχι λιγότερες εκδόσεις μακροπρόθεσμου χρέους.
Ακόμη και εάν μειωθούν προσωρινά τα μεγέθη των δημοπρασιών, η τράπεζα δεν θεωρεί ότι αυτό θα είναι αρκετό για να συγκρατήσει μόνιμα τις αποδόσεις.
«Πιστεύουμε ότι οι σημερινές ενέργειες είναι πιθανό να έχουν παροδική επίδραση στις μακροπρόθεσμες αποδόσεις, εκτός εάν ληφθούν μέτρα για τη μείωση του ελλείμματος», καταλήγουν οι αναλυτές της JPMorgan.
Διαβάστε επίσης
«Πύργος Σαλιαρέλη»: Ραντεβού τον… Σεπτέμβρη για νέο σφυρί με σκόντο (pics)
Χουάν Ταμαρίζ: Εφυγε ο μάγος του ιλουζιονισμού – Εκανε την καρτομαντεία παγκόσμιο φαινόμενο
ΔΕΘ 2026: Στο τραπέζι το νέο πακέτο για μικρομεσαίους και εισοδήματα – Πού πέφτει το βάρος
Για όλες τις υπόλοιπες ειδήσεις της επικαιρότητας μπορείτε να επισκεφθείτε το Πρώτο ΘΕΜΑ
Σχολίασε εδώ
Για να σχολιάσεις, χρησιμοποίησε ένα ψευδώνυμο.