Η νέα άνοδος του Brent πάνω από τα 100 δολάρια το βαρέλι επαναφέρει με ένταση το ενεργειακό πρόβλημα της Ευρώπης, καθώς η παραγωγική της βάση παραμένει εξαιρετικά περιορισμένη σε σχέση με τις ανάγκες της. Η Ε.Ε. εξακολουθεί να στηρίζεται σχεδόν ολοκληρωτικά στις εισαγωγές αργού, γεγονός που την αφήνει εκτεθειμένη στις διεθνείς αναταράξεις και στις γεωπολιτικές κρίσεις.
Το 2024 η Ευρωπαϊκή Ένωση εισήγαγε περίπου 471,3 εκατ. τόνους αργού πετρελαίου, ενώ η εγχώρια παραγωγή περιορίστηκε σε μόλις 15,5 εκατ. τόνους. Η εξάρτηση από τις εισαγωγές έφθασε έτσι το 96,6%, αποτυπώνοντας το μέγεθος του προβλήματος.
Στην κορυφή των προμηθευτών βρίσκονται οι ΗΠΑ, το Καζακστάν και η Νορβηγία, με μερίδιο μεταξύ 12% και 15% έκαστη. Ακολουθούν η Λιβύη με πάνω από 9%, η Σαουδική Αραβία με 6,8%, καθώς και η Νιγηρία και το Ιράκ με 5,8%.
Παρά τη μεγάλη εξάρτηση από τις εισαγωγές, η Ευρώπη δεν εξαρτάται στον ίδιο βαθμό από τη Μέση Ανατολή. Μόλις 7% των εισαγωγών αργού το 2025 προήλθε από χώρες του Συμβουλίου Συνεργασίας του Κόλπου. Αυτό περιορίζει την άμεση έκθεση στις διακοπές των συγκεκριμένων ροών, όχι όμως και στην ίδια την άνοδο των διεθνών τιμών.
Το πετρέλαιο αποτελεί παγκόσμια αγορά. Επομένως, μια σοβαρή διαταραχή στη λειτουργία των Στενών του Ορμούζ μπορεί να αυξήσει την τιμή του αργού ανεξάρτητα από το αν ένα ευρωπαϊκό διυλιστήριο προμηθεύεται φορτία από τις ΗΠΑ, τη Νορβηγία ή άλλη χώρα.
Ρότερνταμ: Ο μεγαλύτερος εισαγωγέας λόγω διαμετακόμισης
Σε απόλυτους όγκους, η Ολλανδία εμφανίζεται ως ο μεγαλύτερος εισαγωγέας πετρελαίου και πετρελαϊκών προϊόντων στην Ευρώπη, με 138,3 εκατ. τόνους το 2024. Η εικόνα, ωστόσο, δεν αντανακλά αποκλειστικά την εγχώρια κατανάλωση.
Ακολουθούν η Γερμανία με 117,8 εκατ. τόνους, η Ισπανία με 85,8 εκατ., η Γαλλία με 82,4 εκατ., η Ιταλία με 73,3 εκατ. και το Βέλγιο με 56,7 εκατ. τόνους.
Η ολλανδική πρωτιά συνδέεται κυρίως με το Ρότερνταμ, έναν από τους σημαντικότερους ενεργειακούς και εμπορικούς κόμβους παγκοσμίως. Μεγάλο μέρος των φορτίων που φθάνουν στα ολλανδικά λιμάνια είτε οδηγείται σε διυλιστήρια είτε κατευθύνεται προς άλλες ευρωπαϊκές αγορές.
Από τις συνολικές εισαγωγές των 138,3 εκατ. τόνων, η Ολλανδία επανεξήγαγε 101,1 εκατ. τόνους. Αντίστοιχα, το Βέλγιο επανεξήγαγε περισσότερες από τις μισές ποσότητες που εισήγαγε.
Η Γερμανία είναι έτσι ο μεγαλύτερος καθαρός αγοραστής, καθώς διαθέτει τεράστια βιομηχανική βάση και υψηλές ανάγκες σε μεταφορές και διύλιση. Το 2024 απορρόφησε 20,1% της συνολικής κατανάλωσης πετρελαίου και πετρελαϊκών προϊόντων στην Ε.Ε. Ακολούθησαν η Γαλλία με 15,3% και η Ιταλία και η Ισπανία με 11,1% έκαστη. Οι τέσσερις χώρες συγκέντρωσαν σχεδόν το 58% της ευρωπαϊκής κατανάλωσης.
Οι μικρότερες οικονομίες δέχονται μεγαλύτερη πίεση
Η έκθεση στην άνοδο του πετρελαίου δεν αποτυπώνεται μόνο στους συνολικούς όγκους εισαγωγών. Πολύ πιο καθαρή εικόνα δίνει η σύγκριση με το ΑΕΠ κάθε χώρας.
Το 2025, το μεγαλύτερο ενεργειακό εμπορικό έλλειμμα ως ποσοστό του ΑΕΠ καταγράφηκε στη Μάλτα, στο 5,4%. Ακολούθησαν η Βουλγαρία με 3,5%, η Κροατία με 3,4%, η Ουγγαρία με 2,9%, το Βέλγιο με 2,6%, το Λουξεμβούργο με 2,5% και η Κύπρος με 2,4%.
Στις μεγαλύτερες οικονομίες το βάρος είναι μικρότερο: 1,9% του ΑΕΠ στην Ιταλία, 1,7% σε Ισπανία και Πολωνία και 1,5% σε Γερμανία και Γαλλία.
Ιδιαίτερα ευάλωτες παραμένουν οι οικονομίες με ισχυρή εξάρτηση από τις μεταφορές και τον τουρισμό. Η Ισπανία καλύπτει σχεδόν το σύνολο των αναγκών της με εισαγωγές, με βαθμό εξάρτησης 100,3%, ενώ στην Ιρλανδία φθάνει το 101%, στην Πορτογαλία το 99,9%, στη Μάλτα το 99,6% και στην Κύπρο το 97,3%.
Από την αντλία στα εισιτήρια και τον τουρισμό
Η επίπτωση μιας νέας πετρελαϊκής ανόδου δεν περιορίζεται, συνεπώς, στη βενζίνη και το ντίζελ. Σχεδόν τα δύο τρίτα του πετρελαίου που καταναλώνεται στην Ε.Ε. κατευθύνονται στις μεταφορές.
Οι οδικές μεταφορές απορροφούν 47,7%, η αεροπορία 9,2% και η ναυτιλία 8,4%. Αυτό σημαίνει ότι μια παρατεταμένη περίοδος υψηλών τιμών μπορεί να μεταφερθεί σε ένα πολύ ευρύτερο φάσμα της οικονομικής δραστηριότητας.
Για τις χώρες του ευρωπαϊκού Νότου, μεταξύ των οποίων και η Ελλάδα, η επίπτωση μπορεί να φανεί στα αεροπορικά εισιτήρια, στο κόστος των θαλάσσιων μεταφορών, αλλά και στις λειτουργικές δαπάνες ξενοδοχείων, εστιατορίων και καταστημάτων.
Η ενεργειακή εξάρτηση μετατρέπεται έτσι σε ευρύτερο οικονομικό κίνδυνο: όσο περισσότερο παραμένει το πετρέλαιο σε υψηλά επίπεδα, τόσο μεγαλύτερη είναι η πιθανότητα να αυξηθεί το κόστος μεταφοράς αγαθών και ανθρώπων και, τελικά, να ενισχυθούν οι πληθωριστικές πιέσεις στην ευρωπαϊκή οικονομία.
Διαβάστε ακόμη
«Κόκκινος συναγερμός» για το ντίζελ στην Ευρώπη
Treasuries: Σε νέα πολυετή υψηλά οι αποδόσεις – Πάνω από το φράγμα του 5,5% το 30ετές
Μπιλ Γκέιτς: Η AI μπορεί να προκαλέσει τον θάνατο δισεκατομμυρίων ανθρώπων – «Χρειάζονται έλεγχοι»
Για όλες τις υπόλοιπες ειδήσεις της επικαιρότητας μπορείτε να επισκεφθείτε το Πρώτο ΘΕΜΑ
Σχολίασε εδώ
Για να σχολιάσεις, χρησιμοποίησε ένα ψευδώνυμο.