Δύο διαφορετικές ταχύτητες στην αντιμετώπιση του ενεργειακού κόστους διαμορφώνει η κυβέρνηση. Από τη μία πλευρά, αφήνει εκτός των νέων μέτρων στήριξης τους οικιακούς καταναλωτές ηλεκτρικής ενέργειας, υποστηρίζοντας ότι η αγορά διαθέτει ήδη ένα εργαλείο προστασίας απέναντι στις διακυμάνσεις της χονδρεμπορικής που είναι τα μπλε, σταθερά τιμολόγια. Από την άλλη, κρατά ανοιχτό το ενδεχόμενο μιας πιο στοχευμένης παρέμβασης για την ενεργοβόρο βιομηχανία, αξιοποιώντας το νέο ευρωπαϊκό πλαίσιο κρατικών ενισχύσεων CICAF.
Κυβερνητικές πηγές αναγνωρίζουν ότι η σύγκριση των διαθέσιμων προγραμμάτων δεν είναι εύκολη, ιδίως για ηλικιωμένους ή καταναλωτές που δεν έχουν εξοικείωση με τα εργαλεία της ΡΑΑΕΥ. Εκτός από το τιμολόγιο της ΔΕΗ που είναι το φθηνότερο στην αγορά (11,5 λεπτά η κιλοβατώρα με πάγια εντολή πληρωμής και 3,5 ευρώ πάγιο) επισημαίνουν, ότι υπάρχουν ανταγωνιστικές σταθερές προσφορές, ακόμη και στην περιοχή των 13,5 έως 15 λεπτών ανά κιλοβατώρα που αυξάνουν τις επιλογές. Η διαφορά είναι ότι το τιμολόγιο της ΔΕΗ δεν έχει απεριόριστη διάρκεια καθώς λήγει τυπικά τέλη Οκτωβρίου ενώ την ίδια στιγμή τα υπόλοιπα τιμολόγια διαθέτουν πολύ υψηλά πάγια (απο 9 έως 16 ευρώ) ανεβάζοντας την μηνιαία επιβάρυνση για τους καταναλωτές.
Η κυβερνητική λογική είναι ότι το σταθερό τιμολόγιο λειτουργεί ως μηχανισμός αντιστάθμισης κινδύνου. Ο καταναλωτής επιλέγει εκ των προτέρων μια χρέωση για συγκεκριμένη διάρκεια και προστατεύεται από μια μελλοντική εκτίναξη της χονδρεμπορικής τιμής. Σήμερα περίπου το ένα τρίτο των καταναλωτών είχε ήδη μετακινηθεί σε μπλε τιμολόγια, με το ποσοστό να θεωρείται ότι έχει αυξηθεί από το καλοκαίρι.
Αυτή είναι και η βασική αιτιολόγηση για την απουσία νέας οριζόντιας επιδότησης στο ρεύμα με κυβερνητικούς παράγοντες να τονίζουν ότι η ανησυχία θα μεγαλώσει αν η τιμή της μεγαβατώρας φτάσει τα 180 με 200 ευρώ όπου τότε τα μέτρα αυτά θα επανεξεταστούν. Το επιχείρημα, βεβαίως, αφήνει εκτεθειμένους όσους βρίσκονται ήδη σε σύμβαση με όρους που δεν επιτρέπουν άμεση μετακίνηση ή δυσκολεύονται να αξιολογήσουν τις εναλλακτικές χρεώσεις της αγοράς.
Τα άμεσα μέτρα στη θέρμανση
Η απουσία νέας επιδότησης στο ηλεκτρικό ρεύμα δεν σημαίνει ότι η κυβέρνηση δεν προετοιμάζει άμεσες παρεμβάσεις απέναντι στην ενεργειακή επιβάρυνση των νοικοκυριών. Το βάρος μετατοπίζεται στη θέρμανση, όπου αναμένεται να ανακοινωθεί τις επόμενες ημέρες διπλή παρέμβαση.
Ο βασικός κορμός παραμένει το επίδομα θέρμανσης, το οποίο αφορά σε περίπου 1,2 εκατομμύρια δικαιούχους και καλύπτει πετρέλαιο, φυσικό αέριο, καυσόξυλα, τηλεθέρμανση και ηλεκτρική ενέργεια. Η καταβολή του συνδέεται με τη γεωγραφική ζώνη, τις θερμοκρασίες και τη δριμύτητα του χειμώνα, ώστε το τελικό ποσό να προσαρμόζεται στις πραγματικές ανάγκες κάθε περιοχής.
Πληροφορίες αναφέρουν ότι το υπουργείο εξετάζει πρόσθετη ενίσχυση για το φυσικό αέριο στον τομέα της θέρμανσης χωρίς ακόμη να έχουν οριστικοποιηθεί οι λεπτομέρειες και οι τελικές αποφάσεις.
Για το φυσικό αέριο, η κυβερνητική θέση είναι ότι, παρά την ανατίμησή του, παραμένει σημαντικά φθηνότερο από το πετρέλαιο θέρμανσης. Κατά την προηγούμενη ενεργειακή κρίση είχε αξιοποιηθεί ένα σημαντικό οικονομικό «μαξιλάρι» της ΔΕΠΑ, ώστε να περιοριστεί η επιβάρυνση στους λογαριασμούς φυσικού αερίου για θέρμανση. Προς το παρόν, πάντως, δεν υπάρχει ανακοινωμένη ξεχωριστή επιδότηση ή άλλη ειδική παρέμβαση για το αέριο.
Αντίστοιχα, για το diesel κίνησης ισχύει η πρωθυπουργική εξαγγελία ότι θα επεκταθεί η επιδότηση στην αντλία και για τον Οκτώβριο δηλαδή για τρίτο συνεχόμενο μήνα ενώ απορρίπτεται το πλαφόν στα περιθώρια κέρδους των διυλιστηρίων χωρίς να είναι σαφές αν θα επιβληθεί και στα πρατήρια καυσίμων τον επόμενο μήνα.
Η κυβέρνηση δηλώνει ότι παρακολουθεί την πίεση στην αγορά, αλλά περιορίζεται προς το παρόν στα μέτρα που έχουν ήδη εξαγγελθεί για τη θέρμανση συνεχίζοντας παράλληλα τις συζητήσεις με τα διυλιστήρια για τα πρόσθετα μέτρα και το ύψος των επιδοτήσεων.
Το νέο ευρωπαϊκό παράθυρο για τη βιομηχανία
Για τη βιομηχανία, η συζήτηση έχει διαφορετικό χαρακτήρα. Το αρχικό εργαλείο ήταν το Clean Industrial Deal State Aid Framework, ή CISAF, το οποίο θεσπίστηκε για να επιτρέπει στα κράτη-μέλη προσωρινή στήριξη του ενεργειακού κόστους ενεργοβόρων επιχειρήσεων.
Από τον Απρίλιο, μετά το ξέσπασμα της κρίσης στη Μέση Ανατολή, το πλαίσιο διευρύνθηκε και μετονομάστηκε σε Middle East Crisis Temporary State Aid Framework, ή METSAF. Το νέο καθεστώς ισχύει έως τις 31 Δεκεμβρίου 2026, με ανοικτό το ενδεχόμενο παράτασής του.
Η βασική αλλαγή αφορά στο ύψος της ενίσχυσης. Στο αρχικό σχήμα, η επιδότηση μπορούσε να χορηγείται έως και για τρία χρόνια και να καλύπτει το 50% της μέσης ετήσιας τιμής χονδρικής ηλεκτρικής ενέργειας για βιομηχανίες εκτεθειμένες στον διεθνή ανταγωνισμό. Το METSAF ανεβάζει το ποσοστό της στήριξης έως και στο 70% του επιλέξιμου κόστους ηλεκτρισμού. Η ενίσχυση εξακολουθεί να αφορά έως το 50% της μέσης ετήσιας χονδρικής στο ρεύμα. Σε αντάλλαγμα, ο δικαιούχος οφείλει να επανεπενδύει το 50% του ποσού που λαμβάνει σε έργα πράσινης μετάβασης. Η αύξηση της στήριξης έως το 70% δεν συνοδεύεται από αντίστοιχη αύξηση των υποχρεώσεων απανθρακοποίησης.
Το επιχείρημα της κυβέρνησης είναι ότι η Ελλάδα δεν αποτελεί εξαίρεση ή ουραγό στην Ευρώπη. Μέχρι σήμερα, μόνο τέσσερις χώρες —Βουλγαρία, Γερμανία, Ιρλανδία και Σλοβακία— έχουν κοινοποιήσει αντίστοιχα σχήματα στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Η Αυστρία και η Πολωνία βρίσκονται στον προθάλαμο έχοντας εκδηλώσει πρόθεση να αξιοποιήσουν το πλαίσιο.
Η περιορισμένη χρήση του μηχανισμού δείχνει και τη δυσκολία του. Τα χρήματα δεν προέρχονται από ευρωπαϊκό ταμείο, αλλά από τους εθνικούς προϋπολογισμούς.
Το παράθυρο που ανοίγει η κυβέρνηση δεν αφορά, πάντως, στο σύνολο της βιομηχανικής παραγωγής, όπως τουλάχιστον το περιέγραφαν τις προηγούμενες ημέρες φορείς της αγοράς, κάνοντας λόγο για περίπου 700 επιχειρήσεις του παραγωγικού ιστού. Η επιδότηση που εξετάζεται αφορά σε κατανάλωση έως 1 τεραβατώρα, χωρίς να έχει προσδιοριστεί ακόμη ο ακριβής αριθμός των δικαιούχων.
Το στοιχείο αυτό εξηγεί και τη διαφοροποίηση του ΣΕΒ από την πρόσφατη κοινή επιστολή των 16 φορέων της βιομηχανίας και της παραγωγής. Όπως ανέφερε χθες ο πρόεδρος του Συνδέσμου, Σπύρος Θεοδωρόπουλος, ο ΣΕΒ δεν τη συνυπέγραψε τη κοινή δήλωση επειδή βρίσκεται σε εξέλιξη διαπραγμάτευση με την κυβέρνηση για το συγκεκριμένο ζήτημα και δεν κρίθηκε σωστό, πριν αυτή καταλήξει, να υιοθετηθεί μια δημόσια αντιπαράθεση.
Ο μηχανισμός αντιστάθμισης
Στην πραγματικότητα το μέτρο θα επικεντρωθεί στις επιχειρήσεις που δεν καλύπτονται από τον υφιστάμενο μηχανισμό αντιστάθμισης, ο οποίος προβλέπει έκπτωση της τάξης των 35 ευρώ ανά μεγαβατώρα και καλύπτει περίπου 40 επιχειρήσεις. Αφού η Κομισιόν είχε απορρίψει νωρίτερα την ελληνική εκδοχή του ιταλικού μοντέλου στήριξης, η συμφωνία εστίασε στην αύξηση κατά 75 εκατ. ευρώ ετησίως της αντιστάθμισης για το έμμεσο κόστος εκπομπών CO₂.
Ύστερα από πολύμηνη διαπραγμάτευση με τις Βρυξέλλες, συμφωνήθηκε τον Μάρτιο η αύξηση, για την περίοδο 2026-2030, του σχετικού συντελεστή από 0,58 σε 0,82. Η μεταβολή αυτή αυξάνει τα ποσά που δικαιούνται οι επιλέξιμες ελληνικές επιχειρήσεις από περίπου 260 εκατ. ευρώ ετησίως σε περίπου 330 εκατ. ευρώ. Η καταβολή γίνεται με υστέρηση ενός έτους, γεγονός που σημαίνει ότι φέτος καταβάλλονται τα ποσά που αφορούν το 2025.
Μετά και την ένταξη νέων κλάδων στον ευρωπαϊκό μηχανισμό αντιστάθμισης, οι δικαιούχοι αυξήθηκαν από περίπου 50-60 σε 70 επιχειρήσεις αφήνοντας εκτός στήριξης δεκάδες άλλες βιομηχανίες.
Η μείωση των ΥΚΩ ως μόνιμη ελάφρυνση
Παράλληλα, με τα μέτρα αυτά που θα καθοριστούν με βάση το δημοσιονομικό χώρο, το ΥΠΕΝ επεξεργάζεται μια πιο μόνιμη παρέμβαση στους λογαριασμούς μέσω της μείωσης των χρεώσεων Υπηρεσιών Κοινής Ωφέλειας, με στόχο η εφαρμογή της να αρχίσει από το 2027. Πρόκειται για ένα από τα άμεσα μέτρα που εξήγγειλε η κυβέρνηση από τη ΔΕΘ για να μειωθούν κατά 30% οι λογαριασμοί ρεύματος την επόμενη τριετία.
Η κυβέρνηση επιχειρεί να προχωρήσει στη μείωση χωρίς να περιμένει την πλήρη εξυγίανση του σχετικού ειδικού λογαριασμού των ΥΚΩ. Στο σχήμα που εξετάζεται, η ετήσια συμβολή του κρατικού προϋπολογισμού, ύψους περίπου 200 εκατ. ευρώ, θα συνδυαστεί με την εξοικονόμηση που φέρνουν οι ηλεκτρικές διασυνδέσεις των νησιών.
Σημαντικό όφελος αναμένεται τόσο από την ολοκλήρωση της ηλεκτρικής διασύνδεσης της Κρήτης όσο και από την αντίστοιχη διασύνδεση της Σαντορίνης με το ηπειρωτικό σύστημα. Ειδικά για το νησί των Κυκλάδων, η εξοικονόμηση υπολογίζεται σε περίπου 80 εκατ. ευρώ ετησίως, καθώς περιορίζεται το κόστος της ηλεκτροδότησης από τοπικές πετρελαϊκές μονάδες.
Αν συνυπολογιστούν αυτές οι εξελίξεις, δημιουργείται νέα δυναμική για τον ειδικό λογαριασμό ΥΚΩ και την προσπάθεια σταδιακού ισοσκελισμού του. Η ενίσχυση από τον προϋπολογισμό και η μείωση του κόστους ηλεκτροδότησης των μη διασυνδεδεμένων νησιών αναμένεται να ελαφρύνουν και τους προμηθευτές ενέργειας, προς τους οποίους οι οφειλές του λογαριασμού αγγίζουν σήμερα τα 300 εκατ. ευρώ.
Το υπουργείο θεωρεί ότι αυτή η νέα ισορροπία επιτρέπει τη μείωση των χρεώσεων χωρίς να τίθεται σε κίνδυνο η βιωσιμότητα του λογαριασμού.
Στόχος είναι η μείωση των ΥΚΩ να ξεκινήσει από το 2027, κατά 50% για τις πρώτες κλίμακες κατανάλωσης, προσφέροντας μικρή ελάφρυνση σε νοικοκυριά και επιχειρήσεις.
Διαβάστε ακόμη
ΟΟΣΑ: Συναγερμός για τα ομόλογα – Αυστηρή προειδοποίηση για «βαρύ λογαριασμό» από χρέος και τόκους
Franklin Templeton: Αλλάζει το επενδυτικό αφήγημα για το Bitcoin – Μπαίνουμε σε νέα bull market
Για όλες τις υπόλοιπες ειδήσεις της επικαιρότητας μπορείτε να επισκεφθείτε το Πρώτο ΘΕΜΑ
Σχολίασε εδώ
Για να σχολιάσεις, χρησιμοποίησε ένα ψευδώνυμο.