Τα ομόλογα μεγάλης διάρκειας βρίσκονται στο επίκεντρο ενός παγκόσμιου sell-off, καθώς οι επενδυτές ανησυχούν για ένα εκρηκτικό μείγμα που περιλαμβάνει τον επίμονο πληθωρισμό, τα διογκωμένα κρατικά ελλείμματα, τις τεράστιες επενδύσεις στην τεχνητή νοημοσύνη και τη σταδιακή υποχώρηση της ζήτησης από τους παραδοσιακούς αγοραστές κρατικού χρέους.
Το αποτέλεσμα είναι ότι οι κυβερνήσεις καλούνται πλέον να δανειστούν μακροπρόθεσμα με κόστος που σε αρκετές μεγάλες οικονομίες έχει να εμφανιστεί εδώ και δεκαετίες.
Στις ΗΠΑ, η απόδοση του 30ετούς κρατικού ομολόγου ανέβηκε αυτή την εβδομάδα στα υψηλότερα επίπεδα από το 2007. Στη Γαλλία το αντίστοιχο κόστος δανεισμού έφθασε στα υψηλότερα επίπεδα από το 2008, ενώ στη Γερμανία οι αποδόσεις κινούνται σε επίπεδα που είχαν να καταγραφούν από το 2011.
Στη Βρετανία, οι αποδόσεις των αντίστοιχων κρατικών ομολόγων πλησιάζουν πλέον το 6%, ενώ στην Ιαπωνία τα ομόλογα ανάλογης διάρκειας βρίσκονται κοντά σε ιστορικά υψηλά.
Παρότι κάθε αγορά αντιμετωπίζει τις δικές της ιδιαίτερες συνθήκες, οι βασικές δυνάμεις που ωθούν προς τα πάνω τις αποδόσεις έχουν πλέον παγκόσμιο και διαρθρωτικό χαρακτήρα.

Πληθωρισμός, χρέος και λιγότεροι αγοραστές
Μία από τις βασικές ανησυχίες είναι ότι ένα ολοένα περισσότερο κατακερματισμένο διεθνές οικονομικό σύστημα καθιστά τις οικονομίες πιο ευάλωτες σε διαταραχές στην προσφορά και επίμονες πληθωριστικές πιέσεις.
Την ίδια στιγμή, οι επενδυτές ομολόγων φοβούνται ότι οι κυβερνήσεις δεν θα καταφέρουν να περιορίσουν τις δαπάνες τους. Η δημοσιονομική επέκταση μπορεί να διατηρήσει ισχυρή τη ζήτηση και, κατ’ επέκταση, να αναγκάσει τις κεντρικές τράπεζες να κρατήσουν τα επιτόκια υψηλότερα για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα.
Στην εξίσωση προστίθενται οι αλλαγές στη δομή των αγορών και στις δημογραφικές τάσεις, οι οποίες περιορίζουν τη ζήτηση από επενδυτές που στο παρελθόν αποτελούσαν σταθερούς αγοραστές κρατικών τίτλων μεγάλης διάρκειας.
Πρόκειται για ένα ιδιαίτερα δύσκολο περιβάλλον για τους υπουργούς Οικονομικών. Πολλές κυβερνήσεις μετατοπίζουν πλέον την έκδοση χρέους προς τίτλους μικρότερης διάρκειας, όπου οι αποδόσεις είναι χαμηλότερες. Τα περιθώρια, ωστόσο, είναι περιορισμένα, καθώς οι κυβερνήσεις καλούνται να προσαρμοστούν σε έναν κόσμο όπου δεν μπορούν πλέον να «κλειδώσουν» χρηματοδότηση δεκαετιών με σχεδόν μηδενικό κόστος.
«Είναι δύσκολο να γνωρίζει κανείς σε ποιο επίπεδο αποδόσεων θα γινόταν πιο ελκυστική η προοπτική συνολικών αποδόσεων στα ομόλογα μεγάλης διάρκειας», σημειώνει ο Κρις Ίγκο, επικεφαλής επενδύσεων της AXA IM Core στην BNP Paribas Asset Management.
Κατά τον ίδιο, αυτό θα μπορούσε να αλλάξει μόνο με μια ξαφνική επιδείνωση των οικονομικών στοιχείων ή κάποιο εξωτερικό σοκ.

Οι ΗΠΑ στο επίκεντρο
Οι διεθνείς αγορές χρέους έχουν δεχθεί ισχυρές πιέσεις φέτος από την εκτόξευση των τιμών της ενέργειας λόγω της σύγκρουσης στη Μέση Ανατολή, η οποία ενίσχυσε τις προσδοκίες ότι η Fed και άλλες κεντρικές τράπεζες θα αναγκαστούν να διατηρήσουν αυστηρή νομισματική πολιτική.
Ωστόσο, οι δυσκολίες στην αγορά ομολόγων είχαν αρχίσει πριν από την ενεργειακή αναταραχή και οι τελευταίες κινήσεις δείχνουν ότι βαθύτεροι παράγοντες ωθούν ανοδικά τις μακροπρόθεσμες αποδόσεις.
Στις ΗΠΑ, η απόδοση του 30ετούς Treasury έχει αυξηθεί σχεδόν κατά 40 μονάδες βάσης από τα τέλη Ιουνίου, αγγίζοντας την Τρίτη το 5,32%, το υψηλότερο επίπεδο από τα μέσα του 2007.
Η εξέλιξη δημιουργεί έναν ακόμη πονοκέφαλο για τον Πρόεδρο Ντόναλντ Τραμπ και τον υπουργό Οικονομικών Σκοτ Μπέσεντ ενόψει των ενδιάμεσων εκλογών, καθώς το αυξημένο κόστος χρηματοδότησης του Δημοσίου περνά σταδιακά στα επιχειρηματικά και καταναλωτικά δάνεια, αλλά και στα στεγαστικά επιτόκια.
Ο Ίγκο εκτιμά ότι οι εκλογές του Νοεμβρίου ενδέχεται να φέρουν πρόσθετο πολιτικό ρίσκο και να στρέψουν ακόμη περισσότερο την προσοχή των αγορών στα δημοσιονομικά μεγέθη.
Το αμερικανικό sell-off, ωστόσο, αποτελεί μόνο ένα τμήμα της συνολικής εικόνας. Η μέση απόδοση ενός χαρτοφυλακίου αναφοράς κρατικών ομολόγων επενδυτικής βαθμίδας παγκοσμίως έχει εκτιναχθεί σχεδόν στο 4,5%, το υψηλότερο επίπεδο στα στοιχεία που συγκεντρώνει το Bloomberg από το 2015.

Η AI αυξάνει την πίεση στην αγορά ομολόγων
Ένας νέος παράγοντας που επιβαρύνει τα κρατικά ομόλογα μεγάλης διάρκειας είναι ο ανταγωνισμός από τις επιχειρήσεις που προσφεύγουν μαζικά στις αγορές χρέους.
Ο όγκος εταιρικών εκδόσεων κινείται με ρυθμό-ρεκόρ, αυξάνοντας σημαντικά την προσφορά τίτλων μεγάλης διάρκειας στις ΗΠΑ. Σημαντικό μέρος αυτής της τάσης προέρχεται από τους τεχνολογικούς κολοσσούς, οι οποίοι χρειάζονται τεράστια κεφάλαια για να χρηματοδοτήσουν data centers, υποδομές και άλλες επενδύσεις στην τεχνητή νοημοσύνη.
Οι αμερικανικές εταιρείες στρέφονται μάλιστα ολοένα περισσότερο και στις αγορές ομολόγων του εξωτερικού. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η Alphabet, η οποία προωθεί την πρώτη έκδοση χρέους της σε δολάρια Αυστραλίας, ύψους 5 δισ. δολαρίων Αυστραλίας ή περίπου 3,6 δισ. δολαρίων ΗΠΑ.
Η τεράστια αυτή προσφορά εταιρικού χρέους σημαίνει ότι τα κρατικά ομόλογα πρέπει να προσφέρουν ελκυστικότερες αποδόσεις για να προσελκύσουν το ίδιο επενδυτικό κεφάλαιο.
Αλλάζει ο χάρτης των αγοραστών
Το πρόβλημα της αυξημένης προσφοράς συμπίπτει με μια βαθιά αλλαγή στη βάση των επενδυτών.
Παραδοσιακά, πολλές αγορές κρατικών ομολόγων στηρίζονταν στη σταθερή ζήτηση από συνταξιοδοτικά ταμεία, τα οποία αγόραζαν μακροπρόθεσμους τίτλους ώστε να αντιστοιχίζουν τις επενδύσεις τους με τις μελλοντικές υποχρεώσεις προς τους ασφαλισμένους.
Πλέον, όμως, πολλά συνταξιοδοτικά συστήματα απομακρύνονται από τα προγράμματα καθορισμένων παροχών, ενώ νέες ρυθμίσεις ενθαρρύνουν τα funds να κατευθύνουν μεγαλύτερο μέρος των κεφαλαίων τους προς τις μετοχές.
Παράλληλα, καθώς οι κυβερνήσεις αύξησαν σημαντικά τις εκδόσεις χρέους, αναγκάζονται να βασίζονται περισσότερο στους ιδιώτες επενδυτές.
Τα πρακτικά της συνεδρίασης της Fed τον Ιούνιο δείχνουν ότι οι αξιωματούχοι ενημερώθηκαν για τη μετατόπιση της κατοχής αμερικανικών κρατικών ομολόγων από επίσημους θεσμικούς επενδυτές, οι οποίοι είναι σχετικά αδιάφοροι απέναντι στις μεταβολές των τιμών, προς ιδιώτες επενδυτές που είναι πολύ πιο ευαίσθητοι στις αποδόσεις.
Σύμφωνα με τον Ανσούλ Πραντάν, επικεφαλής στρατηγικής αμερικανικών επιτοκίων της Barclays, η αλλαγή στη σύνθεση των αγοραστών κατά την τελευταία δεκαετία ευθύνεται για περίπου 90 μονάδες βάσης του term premium στα 30ετή αμερικανικά ομόλογα.
Και η Ιαπωνία χάνει τον ρόλο της «άγκυρας»
Στην Ιαπωνία, οι αποδόσεις παραμένουν χαμηλότερες από εκείνες άλλων μεγάλων οικονομιών, όμως η άνοδός τους είναι συνεχής.
Η ιδιαίτερα απότομη καμπύλη αποδόσεων αντανακλά τις εκτιμήσεις ότι η Τράπεζα της Ιαπωνίας έχει καθυστερήσει να αυξήσει τα επιτόκια προκειμένου να περιορίσει τις πληθωριστικές πιέσεις.
Παράλληλα, οι επενδυτές ανησυχούν για τη σταδιακή απόσυρση της κεντρικής τράπεζας από το πρόγραμμα αγοράς ομολόγων, την αύξηση των κρατικών δαπανών και το υψηλότερο ενεργειακό κόστος.
«Η Ιαπωνία υποτίθεται ότι θα αποτελούσε την άγκυρα για τα παγκόσμια επιτόκια», επισημαίνει ο Πρασάντ Νιουνάχα, αναλυτής επιτοκίων Ασίας-Ειρηνικού της TD Securities. Η περαιτέρω άνοδος των αποδόσεων των ιαπωνικών κρατικών ομολόγων αυξάνει, σύμφωνα με τον ίδιο, τον κίνδυνο μιας ευρύτερης ανατιμολόγησης των τίτλων μεγάλης διάρκειας διεθνώς.
Δεν είναι μόνο ο πληθωρισμός
Παρά το γεγονός ότι οι πληθωριστικές ανησυχίες έχουν διαδραματίσει σημαντικό ρόλο στο sell-off, οι μακροπρόθεσμες προσδοκίες της αγοράς για τον πληθωρισμό παραμένουν σχετικά σταθερές στις περισσότερες μεγάλες οικονομίες.
Αυτό σημαίνει ότι μεγάλο μέρος της αύξησης του κόστους δανεισμού προέρχεται από την άνοδο των λεγόμενων πραγματικών αποδόσεων – δηλαδή της πρόσθετης αποζημίωσης που απαιτούν οι επενδυτές, πέραν του πληθωρισμού, για να δεσμεύσουν τα κεφάλαιά τους σε ομόλογα μεγάλης διάρκειας.
Η μεγάλη ανατιμολόγηση μπορεί, ωστόσο, να αρχίζει να δημιουργεί επενδυτικές ευκαιρίες.
Η Κέλσι Μπέρο, διαχειρίστρια χαρτοφυλακίου στην JPMorgan Asset Management, θεωρεί ότι πλέον εμφανίζεται μεγαλύτερη αξία στο μακροπρόθεσμο άκρο της αγοράς, ιδιαίτερα στις πραγματικές αποδόσεις. Σε περίπτωση νέων αναταράξεων στις αγορές μετοχών και άλλων περιουσιακών στοιχείων υψηλότερου κινδύνου, τα ομόλογα θα μπορούσαν να ανακτήσουν μέρος του παραδοσιακού τους ρόλου ως αντιστάθμισμα.
Διαβάστε επίσης
Intralot-Evoke: Στην τελική ευθεία το deal μετά το «πράσινο φως» των μετόχων
Η αγορά ακινήτων στο τέλος του 2026, οι προοπτικές και οι προβληματισμοί (πίνακας)
Για όλες τις υπόλοιπες ειδήσεις της επικαιρότητας μπορείτε να επισκεφθείτε το Πρώτο ΘΕΜΑ
Σχολίασε εδώ
Για να σχολιάσεις, χρησιμοποίησε ένα ψευδώνυμο.